απαρτίζομαι


απαρτίζομαι
απαρτίζομαι, απαρτίστηκα, απαρτισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λοχαγώ — λοχαγῶ, έω, ιων. τ. λοχηγῶ (Α) [λοχαγός] 1. διοικώ λόχο, στρατιωτικό σώμα που αποτελούνταν συνήθως από 100 άνδρες («ἐπεὶ εἰ οὕτω γε τοῡτο ἔχει, ἔφη, οὐδὲ λοχαγεῑν ἡμῑν ἔξεστιν... ὅτι Ἀρκάδες ἐσμέν», Ξεν.) 2. απαρτίζομαι από λοχαγούς …   Dictionary of Greek

  • συνιστώ — συνιστῶ, άω, ΝΜΑ, και συστήνω Ν, και συνίστημι ΜΑ, και συνιστάνω Α [ἵστημι / ἱστῶ] 1. ιδρύω, καταρτίζω, συγκροτώ, οργανώνω (α. «συνιστώ επιτροπή» β. «η επιτροπή συνεστήθη με προεδρικό διάταγμα» γ. «συνίστατο τοὺς πρώτους ἀγώνας», Πλούτ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • υποδιαιρώ — ὑποδιαιρῶ, έω, ΝΑ διαιρώ τμήμα ή τμήματα ενός όλου σε μικρότερα μέρη νεοελλ. 1. (γενικά) διαιρώ, διαχωρίζω 2. (μέσ. και παθ.) υποδιαιρούμαι χωρίζομαι σε μικρότερα τμήματα ή απαρτίζομαι από μικρότερα μέρη (α. «το γένος υποδιαιρείται σε είδη» β. «ο …   Dictionary of Greek

  • αποτελώ — εσα, έστηκα, τελεσμένος 1. απαρτίζω, σχηματίζω με άλλους ένα σύνολο, είμαι μέρος ενός συνόλου: Την επιτροπή την αποτελούσαν πρόσωπα έντιμα, αξιοσέβαστα. 2. είμαι, θεωρούμαι: Δεν ήθελε η περίπτωση η δική του να αποτελέσει εξαίρεση. 3. το μέσ.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)